Mάνος's profileΧώρος του χρήστη MANOSPhotosBlogListsMore Tools Help

Blog


    August 30

    Δύο Ναυαγοί

    Ξύλα, κουπιά σπασμένα,
    δυο ναυαγοί σ' ένα μαδέρι
    παλεύοντας ποιος τον άλλονε να πνίξει...

    Ήταν αυτό που απόμενε
    απ' το μεγάλο στόλο της εφηβικής φιλίας.
    (από το Mαθητεία ξανά, Διάττων 1991)
     Πατρίκιος Tίτος

    Παλαμάς Κωστής

    "Και μη έχοντας πιο κάτω άλλο σκαλί να κατρακυλήσεις
    πιο βαθιά στου κακού τη σκάλα
    για το ανέβασμα ξανά που σε καλεί
    θα αισθανθείς να σου φυτρώνουν τα φτερά τα πρωτινά σου τα μεγάλα."
     
    Παλαμάς Κωστής.

    Πέρασε κι' έσβησε

    Πέρασε κι’ έσβυσε το χτες και πάει με τ’ άλλα τα σβυστά.
    Kι’ εξέφτυσε το σήμερα σα ρόδο απάνω στο κλωνί.
    Tο αύριο, το μεθαύριο, μοιάζουνε βλέφαρα κλειστά
    που των ματιών δε ξαίρομε μαύρο το χρώμα γιά ουρανί.
    (από τα Τραγούδια της Μοναξιάς, Μουσικά Χρονικά 1931)
     
    Ζευγώλη - Γλέζου Διαλεχτή.

    Ποιητική

    ― Προδίδετε πάλι την Ποίηση, θα μου πεις,
    Tην ιερότερη εκδήλωση του Aνθρώπου
    Tην χρησιμοποιείτε πάλι ως μέσον, υποζύγιον
    Tων σκοτεινών επιδιώξεών σας
    Eν πλήρει γνώσει της ζημίας που προκαλείτε
    Mε το παράδειγμά σας στους νεωτέρους.

    ― Tο τί δ ε ν πρόδωσες ε σ ύ να μου πεις
    Eσύ κι οι όμοιοί σου, χρόνια και χρόνια,
    Ένα προς ένα τα υπάρχοντά σας ξεπουλώντας
    Στις διεθνείς αγορές και τα λαϊκά παζάρια
    Kαι μείνατε χωρίς μάτια για να βλέπετε, χωρίς αυτιά
    N' ακούτε, με σφραγισμένα στόματα και δε μιλάτε.
    Για ποια ανθρώπινα ιερά μάς εγκαλείτε;

    Ξέρω: κηρύγματα και ρητορείες πάλι, θα πεις.
    Έ ναι λοιπόν! Kηρύγματα και ρητορείες.

    Σαν π ρ ό κ ε ς πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις

    Nα μην τις παίρνει ο άνεμος.
    (από το Όμως γιατί ξαναγυρίζουμε κάθε φορά χωρίς σκοπό στον ίδιο τόπο, Eρμής 2000)
    Αναγνωστάκης Μανόλης
    May 29

    Ρούμι_η ιδέα της πολικότητας...

    "Πότε, στ'αλήθεια, ο εραστής, δεν αποζητάει
    χωρίς ν'αποζητιέται απ' την αγάπη του.
    Όταν η αστραπή της αγάπης άστραψε σε μια καρδιά
    να ξέρεις φώτισε και μια άλλη.
    Όταν η αγάπη του Θεού μίλησε στην καρδιά σου
    μην αμφιβάλλεις πως κι ο Θεός σ'αγάπησε.
    Ηχος απο χειροκρότημα δε μπορεί να βγεί
    παρά μόνο κι απο τα δυό σου χέρια.
    Θεία Σοφία είναι η μοίρα κι η εντολή
    που μας έκανε εραστές ανάμεσά μας.
    Υπάκουα στη δύναμη της εντολής αυτής
    κάθε μέρος του κόσμου βρίσκει το ταίρι του.
    Στα μάτια του σοφού, ο Ουρανός είναι ο άντρας και η Γη η γυναίκα.
    Η Γη θρέφει ό,τι ο Ουρανός της στέλνει.
    Όταν η Γη χρειάζεται ζεστασιά, ο Ουρανός τη στέλνει.
    Όταν χάνει τη δροσιά της, της τη χαρίζει.
    Ο Ουρανός πάει κι έρχεται σαν το σύζυγο που για τη σύζυγο φροντίζει.
    Και η Γη έχει τις μητρικές φροντίδες της.
    Παραστέκεται στις γέννες και θηλάζει τα γεννητούρια της.
    Πάρε τον Ουρανό και την Γη σαν προικισμένους με σοφία
    αφού κι οι δυό ενεργούν σαν έξυπνα όντα.
    Αν αυτό το ζευγάρι δε γλυκαινόταν το έν'απο το άλλο,
    γιατί θα βάδιζαν μαζί σαν πολυαγαπημένοι;
    Χωρίς τη Γη, ούτ' άνθη ούτε δέντρα ανθίζουν
    κι άχρηστα τότε τ' Ουρανού η ζέστα κι η βροχή.
    Καθώς ο Θεός έδωσε πόθο στον άντρα και στη γυναίκα
    με το σκοπό να υπάρχει ο κόσμος με την ένωσή τους,
    Ετσι φύτεψε σε κάθε κομμάτι της ύπαρξης
    τον πόθο για ένα άλλο κομμάτι.
    Η Μέρα κι η Νύχτα φαίνονται σαν εχθροί.
    Αλλά κι οι δύο υπηρετούνένα σκοπό.
    Η μιά ερωτευμένη με την άλλη με το σκοπό
    να κάνουν τέλεια την αμοιβαία δουλειά τους.
    Χωρίς τη Νύχτα, η φύση του ανθρώπου δε θα 'παιρνε
    καμιάν απολαβή και τότε η Μέρα δε θα είχε τίποτα να ξοδέψει"
     
     
    January 06

    Οδυσσέας Ελύτης ΤΟ ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ

    Θά πενθώ πάντα -- μ’ακούς; -- γιά σένα,
    μόνος,στόν Παράδεισο

    Θά γυρίσει αλλού τίς χαρακιές
    Τής παλάμης,η Μοίρα,σάν κλειδούχος
    Μιά στιγμή θά συγκατατεθεί ο Καιρός

    Πώς αλλιώς,αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι

    Θά παραστήσει ο ουρανός τα σωθικά μας
    Καί θά χτυπήσει τόν κόσμο η αθωότητα
    Μέ τό δριμύ του μαύρου του θανάτου.

    ΙΙ.

    Πενθώ τόν ήλιο καί πενθώ τά χρόνια που έρχονται
    Χωρίς εμάς καί τραγουδώ τ’άλλα πού πέρασαν
    Εάν είναι αλήθεια

    Μιλημένα τά σώματα καί οί βάρκες πού έκρουζαν γλυκά
    Οί κιθάρες πού αναβόσβησαν κάτω από τα νερά
    Τά "πίστεψέ με" και τα "μή"
    Μιά στόν αέρα μιά στή μουσική

    Τα δυό μικρά ζώα,τά χέρια μας
    Πού γύρευαν ν’ανέβουνε κρυφά τό ένα στό άλλο
    Η γλάστρα μέ τό δροσαχί στίς ανοιχτές αυλόπορτες
    Καί τά κομμάτια οί θάλασσες πού ερχόντουσαν μαζί
    Πάνω απ’τίς ξερολιθιές,πίσω άπ’τούς φράχτες
    Τήν ανεμώνα πού κάθισε στό χέρι σού
    Κι έτρεμες τρείς φορές τό μώβ τρείς μέρες πάνω από
    τούς καταρράχτες

    Εάν αυτά είναι αλήθεια τραγουδώ
    Τό ξύλινο δοκάρι καί τό τετράγωνο φαντό
    Στόν τοίχο μέ τή Γοργόνα μέ τά ξέπλεκα μαλλιά
    Τή γάτα πού μάς κοίταξε μέσα στά σκοτεινά

    Παιδί μέ τό λιβάνι καί μέ τόν κόκκινο σταυρό
    Τήν ώρα πού βραδιάζει στών βράχων τό απλησίαστο
    Πενθώ τό ρούχο πού άγγιξα καί μού ήρθε ο κόσμος.

    ΙΙΙ.

    Έτσι μιλώ γιά σένα καί γιά μένα

    Επειδή σ’αγαπώ καί στήν αγάπη ξέρω
    Νά μπαίνω σάν Πανσέληνος
    Από παντού,γιά τό μικρό τό πόδι σού μές στ’αχανή
    σεντόνια
    Νά μαδάω γιασεμιά κι έχω τή δύναμη
    Αποκοιμισμένη,νά φυσώ νά σέ πηγαίνω
    Μές από φεγγαρά περάσματα καί κρυφές τής θάλασσας στοές
    Υπνωτισμένα δέντρα μέ αράχνες πού ασημίζουμε

    Ακουστά σ’έχουν τά κύματα
    Πώς χαιδεύεις,πώς φιλάς
    Πώς λές ψιθυριστά τό "τί" καί τό "έ"
    Τριγύρω στό λαιμό στόν όρμο
    Πάντα εμείς τό φώς κι η σκιά

    Πάντα εσύ τ’αστεράκι καί πάντα εγώ τό σκοτεινό πλεούμενο
    Πάντα εσύ τό λιμάνι κι εγώ τό φανάρι τό δεξιά
    Τό βρεγμένο μουράγιο καί η λάμψη επάνω στά κουπιά

    Ψηλά στό σπίτι μέ τίς κληματίδες
    Τά δετά τριαντάφυλλα,καί τό νερό πού κρυώνει
    Πάντα εσύ τό πέτρινο άγαλμα καί πάντα εγώ η σκιά πού μεγαλώνει
    Τό γερτό παντζούρι εσύ,ο αέρας πού τό ανοίγει εγώ
    Επειδή σ’αγαπώ καί σ’αγαπώ
    Πάντα Εσύ τό νόμισμα καί εγώ η λατρεία πού τό
    Εξαργυρώνει:

    Τόσο η νύχτα,τόσο η βοή στόν άνεμο
    Τόσο η στάλα στόν αέρα,τόσο η σιγαλιά
    Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
    Καμάρα τ’ουρανού με τ’άστρα
    Τόσο η ελάχιστη σου αναπνοή

    Πού πιά δέν έχω τίποτε άλλο
    Μές στούς τέσσερις τοίχους,τό ταβάνι,τό πάτωμα
    Νά φωνάζω από σένα καί νά μέ χτυπά η φωνή μου
    Νά μυρίζω από σένα καί ν’αγριεύουν οί άνθρωποι
    Επειδή τό αδοκίμαστο καί τό απ’αλλού φερμένο
    Δέν τ’αντέχουν οί άνθρωποι κι είναι νωρίς,μ’ακούς
    Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν αγάπη μου

    Να μιλώ γιά σένα καί γιά μένα.

    ΙV.

    Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν,μ’ακούς
    Δέν έχουν εξημερωθεί τά τέρατα μ’ακούς
    Τό χαμένο μου τό αίμα καί τό μυτερό,μ’ακούς
    Μαχαίρι
    Σάν κριάρι πού τρέχει μές στούς ουρανούς
    Καί τών άστρων τούς κλώνους τσακίζει,μ’ακούς
    Είμ’εγώ,μ’ακούς
    Σ’αγαπώ,μ’ακούς
    Σέ κρατώ καί σέ πάω καί σού φορώ
    Τό λευκό νυφικό τής Οφηλίας,μ’ακούς
    Πού μ’αφήνεις,πού πάς καί ποιός,μ’ακούς

    Σού κρατεί τό χέρι πάνω απ’τούς κατακλυσμούς

    Οί πελώριες λιάνες καί τών ηφαιστείων οί λάβες
    Θά’ρθει μέρα,μ’ακούς
    Νά μάς θάψουν κι οί χιλιάδες ύστερα χρόνοι
    Λαμπερά θά μάς κάνουν περώματα,μ’ακούς
    Νά γυαλίσει επάνω τούς η απονιά,ν’ακούς
    Τών ανθρώπων
    Καί χιλιάδες κομμάτια νά μάς ρίξει
    Στά νερά ένα-- ένα , μ’ακούς
    Τά πικρά μου βότσαλα μετρώ,μ’ακούς
    Κι είναι ο χρόνος μιά μεγάλη εκκλησία,μ’ακούς
    Όπου κάποτε οί φιγούρες Τών Αγίων
    βγάζουν δάκρυ αληθινό,μ’ακούς
    Οί καμπάνες ανοίγουν αψηλά,μ’ακούς
    Ένα πέρασμα βαθύ νά περάσω
    Περιμένουν οί άγγελοι μέ κεριά καί νεκρώσιμους ψαλμούς
    Πουθενά δέν πάω ,μ’ακους
    Ή κανείς ή κι οί δύο μαζί,μ’ακούς

    Τό λουλούδι αυτό τής καταιγίδας καί μ’ακούς
    Τής αγάπης
    Μιά γιά πάντα τό κόψαμε
    Καί δέν γίνεται ν’ανθίσει αλλιώς,μ’ακούς
    Σ’άλλη γή,σ’άλλο αστέρι,μ’ακούς
    Δέν υπάρχει τό χώμα δέν υπάρχει ο αέρας
    Πού αγγίξαμε,ο ίδιος,μ’ακούς

    Καί κανείς κηπουρός δέν ευτύχησε σ’άλλους καιρούς

    Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες,μ’ακούς
    Νά τινάξει λουλούδι,μόνο εμείς,μ’ακούς
    Μές στή μέση τής θάλασσας
    Από τό μόνο θέλημα τής αγάπης,μ’ακούς
    Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί,μ’ακούς
    Μέ σπηλιές καί μέ κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς
    Άκου,άκου
    Ποιός μιλεί στά νερά καί ποιός κλαίει -- ακούς;
    Είμ’εγώ πού φωνάζω κι είμ’εγώ πού κλαίω,μ’ακούς
    Σ’αγαπώ,σ’αγαπώ,μ’ακούς.

    V.

    Γιά σένα έχω μιλήσει σέ καιρούς παλιούς
    Μέ σοφές παραμάνες καί μ’αντάρτες απόμαχους
    Από τί νά’ναι πού έχεις τή θλίψη του αγριμιού
    Τήν ανταύγεια στό μέτωπο του νερού του τρεμάμενου
    Καί γιατί,λέει,νά μέλει κοντά σου νά’ρθω
    Πού δέν θέλω αγάπη αλλά θέλω τόν άνεμο
    Αλλά θέλω της ξέσκεπης όρθιας θάλασσας τόν καλπασμό

    Καί γιά σένα κανείς δέν είχε ακούσει
    Γιά σένα ούτε τό δίκταμο ούτε τό μανιτάρι
    Στά μέρη τ’αψηλά της Κρήτης τίποτα
    Γιά σένα μόνο δέχτηκε ο Θεός νά μου οδηγεί τό χέρι

    Πιό δω,πιό κεί,προσεχτικά σ’όλα τό γύρο
    Του γιαλού του προσώπου,τούς κόλπους,τά μαλλιά
    Στό λόφο κυματίζοντας αριστερά

    Τό σώμα σου στή στάση του πεύκου του μοναχικού
    Μάτια της περηφάνειας καί του διάφανου
    Βυθού,μέσα στό σπίτι μέ τό σκρίνιο τό παλιό
    Τίς κίτρινες νταντέλες καί τό κυπαρισσόξυλο
    Μόνος νά περιμένω που θά πρωτοφανείς
    Ψηλά στό δώμα ή πίσω στίς πλάκες της αυλής
    Μέ τ’άλογο του Αγίου καί τό αυγό της Ανάστασης

    Σάν από μιά τοιχογραφία καταστραμμένη
    Μεγάλη όσο σέ θέλησε η μικρή ζωή
    Νά χωράς στό κεράκι τή στεντόρεια λάμψη τήν ηφαιστειακή

    Πού κανείς νά μήν έχει δεί καί ακούσει
    Τίποτα μές στίς ερημιές τά ερειπωμένα σπίτια
    Ούτε ο θαμμένος πρόγονος άκρη άκρη στόν αυλόγυρο
    Γιά σένα,ούτε η γερόντισσα ν’όλα της τά βοτάνια

    Γιά σένα μόνο εγώ,μπορεί,καί η μουσική
    Πού διώχνω μέσα μου αλλ’αυτή γυρίζει δυνατότερη
    Γιά σένα τό ασχημάτιστο στήθος των δώδεκα χρονώ
    Τό στραμμένο στό μέλλον με τόν κρατήρα κόκκινο
    Γιά σένα σάν καρφίτσα η μυρωδιά η πικρή
    Πού βρίσκει μές στό σώμα καί πού τρυπάει τή θύμηση
    Καί νά τό χώμα,νά τά περιστέρια,νά η αρχαία μας γή.

    VI.

    Έχω δεί πολλά καί η γή μές’απ’τό νού μου φαίνεται ωραιότερη
    Ώραιότερη μές στούς χρυσούς ατμούς
    Η πέτρα η κοφτερή,ωραιότερα
    Τά μπλάβα των ισθμών καί οί στέγες μές στά κύματα
    Ωραιότερες οί αχτίδες όπου δίχως να πατείς περνάς
    Αήττητη όπως η Θεά της Σαμοθράκης πάνω από τά βουνά
    τής θάλασσας

    Έτσι σ’έχω κοιτάξει πού μου αρκεί
    Νά’χει ο χρόνος όλος αθωωθεί
    Μές στό αυλάκι που τό πέρασμα σου αφήνει
    Σάν δελφίνι πρωτόπειρο ν’ακολουθεί

    Καί νά παίζει μέ τ’άσπρο καί τό κυανό η ψυχή μου !

    Νίκη,νίκη όπου έχω νικηθεί
    Πρίν από τήν αγάπη καί μαζί
    Γιά τή ρολογιά καί τό γκιούλ-μπιρσίμι
    Πήγαινε,πήγαινε καί ας έχω εγώ χαθεί

    Μόνος καί άς είναι ο ήλιος που κρατείς ένα παιδί
    νεογέννητο
    Μόνος,καί ας είμ’εγώ η πατρίδα που πενθεί
    Ας είναι ο λόγος που έστειλα νά σου κρατεί δαφνόφυλλο
    Μόνος,ο αέρας δυνατός καί μόνος τ’ολοστρόγγυλο
    Βότσαλο στό βλεφάρισμα του σκοτεινού βυθού
    Ο ψαράς που ανέβασε κι έριξε πάλι πίσω στούς καιρούς τόν Παράδεισο !


    VII.

    Στόν Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί
    Απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στή θάλασσα

    Μέ κρεβάτι μεγάλο καί πόρτα μικρή
    Έχω ρίξει μές στ’άπατα μιάν ηχώ
    Νά κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ

    Νά σέ βλέπω μισή να περνάς στό νερό
    και μισή να σε κλαίω μές στόν Παράδειο.

    Οδυσσέας Ελύτης

    December 10

    Στο ...τέλος.

    Μόνο όταν ξέρεις οτι σε λίγο θα τα στερηθείς,
    μόνο τότε αισθάνεσαι την άπειρη γοητεία που περικλείουν τα απλά και καθημερινά της ζωής.
    Απο όσα μπρός περνούμε ασυγκίνητοι όσο ζούμε, ξαφνικά τα ανακαλύπτουμε,
    όταν γυρίζουμε πίσω για να τους ρίξουμε μια τελευταία ματιά.
    Το φώς του ηλιοβασιλέματος εξαίρει όσα ο μεσημερινός ήλιος θολώνει.
    Με το φώς που λιγοστεύει βλέπεις καθαρότερα το καλό...
    December 07

    Πόσο ψηλά μπορείς να φτάσεις ?

    "Οσα βουνά κι αν ανεβείτε απ'τις
    κορφές τους θα αγναντεύετε
    άλλες κορφές
    ψηλότερες,μιαν άλλη πλάση
    ξελογιάστρα.
    Και στην κορυφή να φτάσετε
    την κατάψηλη
    πάλι θα καταλάβετε πως
    βρίσκεστε
    σαν πρώτα κάτω απ' όλα τ' άστρα."
     
    October 31

    “Αργοπεθαίνει...”

    Αργοπεθαίνει όποιος γίνεται σκλάβος
    της συνήθειας, επαναλαμβάνοντας
    κάθε μέρα τις ίδιες διαδρομές,
    όποιος δεν αλλάζει περπατησιά, όποιος
    δεν διακινδυνεύει και δεν αλλάζει
    χρώμα στα ρούχα του, όποιος
    δεν μιλεί σε όποιον δεν γνωρίζει.
     
    Αργοπεθαίνει όποιος αποφεύγει ένα
    πάθος, όποιος προτιμά το μαύρο
    για το άσπρο και τα διαλυτικά σημεία
    στο " ι " αντί ενός συνόλου συγκινήσεων
    που κάνουν να λάμπουν τα μάτια,
    που μετατρέπουν ένα χασμουργητό
    σε ένα χαμόγελο, που κάνουν
    την καρδιά να κτυπά στο λάθος και
    στα συναισθήματα.
     
    Αργοπεθαίνει όποιος δεν αναποδογυρίζει
    το τραπέζι, όποιος δεν είναι
    ευτυχισμένος στη δουλειά του, όποιος
    δεν διακινδυνεύει τη βεβαιότητα
    για την αβεβαιότητα για να κυνηγήσει
    ένα όνειρο, όποιος δεν επιτρέπει
    στον εαυτό του τουλάχιστον μια φορά στη ζωή του
    να αποφύγει τις εχέφρονες
    συμβουλές.
     
    Αργοπεθαίνει όποιος δεν ταξιδεύει,
    όποιος δεν διαβάζει, όποιος δεν ακούει
    μουσική, όποιος δεν βρίσκει
    σαγήνη στον εαυτό του.
     
    Αργοπεθαίνει όποιος καταστρέφει
    τον έρωτά του, όποιος δεν επιτρέπει
    να τον βοηθήσουν, όποιος περνάει
    τις μέρες του παραπονούμενος για
    τη τύχη του ή για την ασταμάτητη
    βροχή.
     
    Αργοπεθαίνει όποιος εγκαταλείπει
    μια ιδέα του πριν την αρχίσει, όποιος
    δεν ρωτά για πράγματα που δεν γνωρίζει.

    Αποφεύγουμε τον θάνατο σε μικρές
    δόσεις, όταν θυμόμαστε πάντοτε ότι
    για να είσαι ζωντανός χρειάζεται μια
    προσπάθεια πολύ μεγαλύτερη από
    το απλό γεγονός της αναπνοής.
    Μόνο η ένθερμη υπομονή θα οδηγήσει
    στην επίτευξη μιας λαμπρής ευτυχίας.

    Pablo Neruda
    March 25

    ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ

    «'Οταν αποφασίσαμε να κάμομε την Επανάσταση,
    δεν συλλογισθήκαμε ούτε πόσοι είμεθα,
    ούτε πως δεν έχομε άρματα,
    ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις,
    ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε
    «που πάτε εδώ να πολεμήσετε με «σιταροκάραβα βατσέλα»,
    αλλά ως μια βροχή, έπεσε εις όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας μας...

    TheodwrosKolokotrwnhs-OlogossthnPny


    ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ

    «Η πατρίδα του κάθε ανθρώπου και η θρησκεία είναι το παν
    και πρέπει να θυσιάζη και πατριωτισμόν και να ζη αυτός
    και οι συγγενείς του ως τίμιοι άνθρωποι εις την κοινωνία.
    Και τότε λέγονται έθνη, όταν είναι στολισμένα με πατριωτικά αιστήματα,
    το αναντίον λέγονται παλιόψαθες των εθνών και βάρος της γης"

    21

    ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ

    "Κλείσε μέσα στην ψυχή σου την Ελλάδα και θα αισθανθής μέσα σου να λαχταρίζη κάθε είδος μεγαλείου."

    imnos_ssolomosdionysios_gr 

    January 09

    ΒΡΕΣ ΧΡΟΝΟ

    Βρες χρόνο για δουλειά -
    αυτό είναι το τίμημα της επιτυχίας.
    Βρες χρόνο για σκέψη -
    αυτό είναι η πηγή της δύναμης.
    Βρες χρόνο για παιχνίδι -
    αυτό είναι το μυστικό της αιώνιας νιότης.
    Βρες χρόνο για διάβασμα -
    αυτό είναι το θεμέλιο της γνώσης.
    Βρες χρόνο να είσαι φιλικός -
    αυτό είναι ο δρόμος προς την ευτυχία.
    Βρες χρόνο για όνειρα -
    αυτά θα τραβήξουν το όχημά σου ως τ’ αστέρια.
    Βρες χρόνο ν’ αγαπάς και ν’ αγαπιέσαι -
    αυτό είναι το προνόμιο των Θεών.
    Βρες χρόνο να κοιτάς ολόγυρα σου -
    είναι πολύ σύντομη η μέρα για να ‘σαι εγωιστής.
    Βρες χρόνο να γελάς -
    αυτό είναι η μουσική της ψυχής.
    Βρες χρόνο να είσαι παιδί -
    για να νοιώθεις αυθεντικά ανθρώπινος.
    Τ όνειρο του παιδιού είναι η Ειρήνη. Τ’ όνειρο της μάνας είναι η Ειρήνη.
    τα λόγια της αγάπης κάτω από τα δέντρα είναι η Ειρήνη....
    Ειρήνη είναι ένα ποτήρι ζεστό γάλα κι ένα βιβλίο μπροστά στο παιδί που ξυπνάει.


    ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

    Γιάννης Θεοδωράκης

     Δακρυσμένα μάτια νυσταγμένοι κήποι
    όνειρα κομμάτια ας ήτανε να ζω
    στους μεγάλους δρόμους κάτω απ' τις αφίσες
    στα χιλιάδες χρώματα ας ήταν να βρεθώ
    Να 'ταν η καρδιά μου λαμπερό αστέρι
    να 'ταν η ματιά μου δίκοπο μαχαίρι
    αστραφτερό σπαθί μες το μεσημέρι.

    ~Γιάννης Θεοδωράκης~

    January 08

    Επήγα...

    Δεν εδεσμεύθηκα. Τελείως αφέθηκα κ’ επήγα.
    Στες απολαύσεις, που μισό πραγματικές,
    μισό γυρνάμενες μες στο μυαλό μου ήσαν,
    επήγα μες στην φωτισμένη νύχτα.
    Κ’ ήπια από δυνατά κρασιά, καθώς
    που πίνουν οι ανδρείοι της ηδονής.
    (Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)
    Κ.Π.Καβάφης.
    November 25

    «Ο μικρός ναυτίλος»

    Είσαι νέος - το ξέρω - και δεν υπάρχει τίποτε.

    Λαοί, έθνη, ελευθερίες, τίποτε.

    Όμως είσαι. Και την ώρα που

    Φεύγεις με το ’να πόδι σου έρχεσαι με τ’ άλλο (.......)

    Παραλαμβάνεις απ’ τους Δίες τον κεραυνό

    Και ο κόσμος σου υπακούει. Εμπρός λοιπόν

    Από σένα η άνοιξη εξαρτάται. Τάχυνε την αστραπή

    Πιάσε το ΠΡΕΠΕΙ από το γιώτα και γδάρε το ίσαμε το πι.

    Ο. Ελύτης.

    Αν - λέω αν..

    Αν όλα δε συνέβαιναν τόσο νωρίς
    Η αποβολή σου απ΄ το Γυμνάσιο στην Ε' τάξη,
    Μετά Χαϊδάρι,Αι-Στράτης,Μακρονήσι,Ιτζεδίν,
    Αν στα 42 σου δεν ήσουν με σπονδυλαρθρίτιδα
    Ύστερα απο τα είκοσι χρόνια της φυλακής
    Με δύο διαγραφές στην πλάτη σου, μια δήλωση
    Αποκηρύξεως όταν σ' απομονώσαν στο Ψυχιατρείο
    Αν -σήμερα λογιστής σ'ένα κατάστημα εδωδίμων-
    Άχρηστος πια για όλους,στιμμένο λεμόνι,
    Ξοφλημένη περίπτωση, με ιδέες απο καιρό ξεπερασμένες,
    Αν -λέω αν...
    Με λίγη καλή θέληση ερχόταν όλα κάπως διαφορετικά
    Ή από μια τυχαία σύμπτωση, όπως σε τόσους και τόσους
    Συμμαθητές, φίλους, συντρόφους - δε λέω αβρόχοις ποσί
    Αλλά αν...
    (Φτάνει.Μ'αυτά δε γράφονται τα ποιήματα.Μην επιμένεις.
    Άλλον αέρα θέλουν για ν'αρέσουν, άλλη ¨"μετουσίωση"
    Το παραρίξαμε στη θεματογραφία).
    Μ.Αναγνωστάκης.
    October 25

    Αν...

    Αν μπορείς στον κόσμο τούτο να περιφρονείς τον πλούτο
    Κι αν οι έπαινοι τριγύρω δε σου αλλάζουν το μυαλό . . .
    Αν μπορείς στην τρικυμία να κρατήσεις ψυχραιμία
    Κι αν μπορείς και στους εχθρούς σου ν' απαντάς με το καλό . . .
    Αν μπορείς με μιας να δώσεις κάθε τι που 'χεις κερδίσει
    Στην καταστροφή ν' αντέξεις και να δώσεις μια νέα λύση . . .
    Αν μπορείς να πειθαρχήσεις σώμα , πνεύμα και καρδιά
    Αν μπορείς όταν σε θίγουν να κρατάς σιωπή βαθιά . . .
    Αν μπορείς στην καταιγίδα να 'χεις πάντα την ελπίδα
    Κι αν μπορείς να συνεχίσεις όταν σ' έχουν αδικήσει . . .
    Αν μπορέσεις τ' όνειρό σου να μη γίνει ο χαλασμός σου
    Κι αν αγάπη συ προσφέρεις σ' όσους σε έχουνε μισήσει . . .
    Αν μπορείς να μείνεις ίδιος στη χαρά μα και στη λύπη
    Κι αν η πίστη στο εγώ σου μπρος σε τίποτα δε σβήνει . . .
    Αν μιλώντας με τα πλήθη τη συνείδηση δε χάνεις
    Κι αν μπορέσεις να πιστέψεις πως μια μέρα θα πεθάνεις . . .
    Αν ποτέ δε σε ζαλίζει του θριάμβου το κρασί
    Κι αν σε ψέματα των άλλων δε λες ψέματα και συ . . .
    Αν μπορείς με ψυχραιμία δίχως νεύρα ή δυσφορία
    Και τα ίδια σου τα λόγια να τ' ακούς παραλλαγμένα . . .
    Αν μπορείς κάθε στιγμή σου να 'ναι μια δημιουργία
    Και ποτέ σου να μη δείχνεις τεμπελιά κι αδιαφορία . . .
    Αν οι φίλοι κι οι εχθροί σου δεν μπορούν να σε πληγώσουν
    Κι αν οι σχέσεις με μεγάλους τα μυαλά δε σου φουσκώσουν . . .
    Αν τους γύρω λογαριάζεις μα κανένα χωριστά
    Κι αν μπορέσεις να κρατήσεις και τα ξένα μυστικά . . .
    Ε . . . παιδί μου . . .
    Μ' όλα αυτά θα μπορέσεις να τη ζήσεις όπως πρέπει τη ζωή
    Θα 'σαι άνθρωπος σπουδαίος και κυρίαρχος στη γη . . . !
    Ράντυαρντ Κίπλινγκ

    October 13

    Αφιέρωση

    Αφιέρωση
    Για τους ερωτευμένους που παντρεύτηκαν
    Για το σπίτι που χτίστηκε
    Για τα παιδιά που μεγάλωσαν
    Για τα πλοία που άραξαν
    Για την μάχη που κερδήθηκε
    Για το άσωτο που επέστρεψε
     
    Για όλα όσα τέλειωσαν χωρίς ελπίδα πιά.
    Μανόλης Αναγνωστάκης.
    September 27

    Κεριά

    Του μέλλοντος οι μέρες στέκοντ' εμπροστά μας
    σα μιά σειρά κεράκια αναμένα -
    χρυσά, ζεστά, και ζωηρά κεράκια.

    Οι περασμένες μέρες πίσω μένουν,
    μια θλιβερή γραμμή κεριών σβησμένων·
    τα πιο κοντά βγάζουν καπνόν ακόμη,
    κρύα κεριά, λιωμένα, και κυρτά.

    Δεν θέλω να τα βλέπω· με λυπεί η μορφή των,
    και με λυπεί το πρώτο φως των να θυμούμαι.
    Εμπρός κυττάζω τ' αναμένα μου κεριά.

    Δεν θέλω να γυρίσω να μη διω και φρίξω
    τι γρήγορα που η σκοτεινή γραμμή μακραίνει,
    τι γρήγορα που τα σβυστά κεριά πληθαίνουν.

    Κωνσταντίνος Π. Καβάφης